19 αποτελέσματα για «層»

そう

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 στρώμα, φλέβα, κοίτασμα
  2. 02 τάξη, στρώμα, κλιμάκιο, ομάδα
  3. 03 δεσμίδα
  4. 04 όροφος (ως μονάδα μέτρησης)
層倍 そうばい

επίθημα, άλλο

  1. 01 φορές
層雲 そううん

ουσιαστικό

  1. 01 στρωματοειδές νέφος
層楼 そうろう

ουσιαστικό

  1. 01 ψηλό κτίριο
層状 そうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 στρωματώδης
層積雲 そうせきうん

ουσιαστικό

  1. 01 στρωματοσωρείτης
層群 そうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 (γεωλ.) ομάδα
層流 そうりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 στρωτή ροή
層化 そうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρωμάτωση
  2. 02 κορμοποίηση
層序 そうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 διαδοχή στρωμάτων, στρωματογραφία
層管理 そうかんり

ουσιαστικό

  1. 01 διαχείριση επιπέδων
層位学 そういがく

ουσιαστικό

  1. 01 στρωματογραφία
層相 そうそう

ουσιαστικό

  1. 01 φάση (γεωλογικός σχηματισμός)
層別 そうべつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρωματοποίηση, ταξινόμηση, κατανομή (δεδομένων)
層序学 そうじょがく

ουσιαστικό

  1. 01 στρωματογραφία
層理 そうり

ουσιαστικό

  1. 01 στρωμάτωση, στρώση
層が厚い そうがあつい

άλλο, επίθετο

  1. 01 διαθέτω μεγάλο βάθος (ταλέντων, υποψηφίων κ.λπ.), έχω μεγάλη πληρότητα, έχω ευρεία βάση, είμαι παχύστρωμος
層が薄い そうがうすい

άλλο, επίθετο

  1. 01 που έχει λεπτό στρώμα
  2. 02 που διαθέτει περιορισμένο αριθμό επιλογών (αναφορικά με ταλέντα, υποψηφίους κ.λπ.), που στερείται βάθους
  1. 01 στρώμα
  2. 02 κοινωνική τάξη
  3. 03 στρώμα, επίστρωση
  4. 04 όροφος
  5. 05 όροφος, πάτωμα