7 αποτελέσματα για «嵐»

あらし N3

ουσιαστικό

  1. 01 καταιγίδα, θύελλα, τρικυμία
  2. 02 αναταραχή, σάλος, φασαρία, θύελλα (π.χ. διαμαρτυριών), άνεμοι (π.χ. αλλαγής)
  3. 03 στοίβα τριών φύλλων ίδιας αξίας στο οϊτσο-κάμπου
嵐の前の静けさ あらしのまえのしずけさ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 η ηρεμία πριν από την καταιγίδα
嵐を呼ぶ あらしをよぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 προκαλώ αναστάτωση, ξεσηκώνω θύελλα αντιδράσεων, φέρνω φουρτούνα
嵐の大洋 あらしのたいよう

ουσιαστικό

  1. 01 Ωκεανός των Καταιγίδων (σεληνιακή θάλασσα)
嵐気 らんき

ουσιαστικό

  1. 01 ορεινή ομίχλη, ορεινός αέρας
嵐が丘 あらしがおか

ουσιαστικό

  1. 01 Ανεμοδαρμένα Ύψη (μυθιστόρημα της Έμιλι Μπροντέ)
  1. 01 καταιγίδα, θύελλα
  2. 02 ανεμοθύελλα, τρικυμία