8 αποτελέσματα για «嵩»

かさ

ουσιαστικό

  1. 01 όγκος, μέγεθος, ποσότητα
嵩張る かさばる

ρήμα

  1. 01 καταλαμβάνω πολύ χώρο, είμαι δυσκίνητος, διογκώνομαι
嵩む かさむ

ρήμα

  1. 01 συσσωρεύομαι, συσσωρεύω, αυξάνομαι
嵩にかかる かさにかかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συμπεριφέρομαι αυταρχικά, είμαι αλαζονικός, είμαι υπεροπτικός
嵩上げ かさあげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανύψωση (αναχώματος, αναχώματος, κ.λπ.)
  2. 02 αύξηση (προϋπολογισμού, τελών, κ.λπ.), ανατίμηση, φούσκωμα (στοιχείων), παραφούσκωμα (λογαριασμού εξόδων, τιμολογίου, κ.λπ.)
嵩高 すうこう

επίθετο

  1. 01 υψηλός (για βουνό), ψηλός
嵩密度 かさみつど

ουσιαστικό

  1. 01 φαινομενική πυκνότητα
  1. 01 επιδεινώνομαι
  2. 02 χειροτερεύω
  3. 03 διογκώνομαι
  4. 04 πρήζομαι