51 αποτελέσματα για «巡»

巡る めぐる N2

ρήμα

  1. 01 πηγαίνω γύρω, κυκλώνω
  2. 02 περικυκλώνω, περιβάλλω, κυκλώνω, περικλείω
  3. 03 έρχομαι (για εποχή, επέτειο, σειρά κ.λπ.), επιστρέφω, επαναλαμβάνομαι, κυκλοφορώ (για αίμα, χρήματα κ.λπ.)
  4. 04 ταξιδεύω γύρω, περιηγούμαι, κάνω περιοδεία
  5. 05 αφορώ (ένα ζήτημα), σχετίζομαι με, περιβάλλω, περικυκλώνω
巡回 じゅんかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιφορά, περιπολία, γύρος, περιήγηση, περιοδεία
巡査 じゅんさ N2

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομικός, χωροφύλακας
巡り めぐり

ουσιαστικό

  1. 01 περίμετρος, περίμετρος σώματος
  2. 02 περιοδεία, προσκύνημα
  3. 03 κυκλοφορία (π.χ. του αίματος)
巡らす めぐらす

ρήμα

  1. 01 περικυκλώνω, περιβάλλω
  2. 02 στρέφω, περιστρέφω
  3. 03 συλλογίζομαι, στοχάζομαι, επινοώ, σχεδιάζω
  4. 04 γνωστοποιώ, διανέμω ανακοίνωση
じゅん

άλλο

  1. 01 μετρητής για περιοδείες, κύκλους, γύρους, διαδρομές κ.λπ.
巡礼 じゅんれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ιερό προσκύνημα, προσκυνητής
巡り合わせ めぐりあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 τύχη, μοίρα, σύμπτωση, συγκυρία
巡り巡って めぐりめぐって

επίρρημα

  1. 01 μετά από περιπλάνηση από το ένα μέρος στο άλλο
巡査部長 じゅんさぶちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομικός λοχίας
巡洋艦 じゅんようかん

ουσιαστικό

  1. 01 καταδρομικό (πολεμικό πλοίο)
巡航 じゅんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλεύση, περιήγηση
巡察 じゅんさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιοδεία επιθεώρησης, περιπολία
巡礼者 じゅんれいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 προσκυνητής
巡視 じゅんし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιοδεία επιθεώρησης
巡業 じゅんぎょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιοδεία στην επαρχία
巡航ミサイル じゅんこうミサイル

ουσιαστικό

  1. 01 πύραυλος πλεύσης
巡り歩く めぐりあるく

ρήμα

  1. 01 τριγυρίζω, περιδιαβαίνω
巡視船 じゅんしせん

ουσιαστικό

  1. 01 περιπολικό σκάφος
巡航速度 じゅんこうそくど

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύτητα πλεύσης