14 αποτελέσματα για «巫»

巫山戯る ふざける

ρήμα

  1. 01 αστειεύομαι, λέω πλάκες, πειράζω
  2. 02 κοροϊδεύω, ειρωνεύομαι, κάνω φάρσα
  3. 03 παιχνιδίζω, σκανταλίζω, παίζω ξέγνοιαστα, χαζολογώ, αλητεύω, κάνω αταξίες
  4. 04 φιλιέμαι ερωτικά, ερωτοτροπώ
巫女 みこ

ουσιαστικό

  1. 01 μίκου, ιέρεια ναού, νεαρή κοπέλα ή γυναίκα (παραδοσιακά ανύπαντρη παρθένος) που βοηθά τους ιερείς στους ναούς
  2. 02 μέντιουμ, μάγισσα, σαμάνος
かんなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 μέντιουμ, μάντης, σαμάνος, χρησμοδότης
巫術 ふじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 σαμανισμός
巫山戯 ふざけ

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 παίζω, αστειεύομαι, τρέχω ανέμελα, κάνω πλάκα, κάνω φάρσα
巫覡 ふげき

ουσιαστικό

  1. 01 σαμάνος, χρησμοδότης, μάντης, μέντιουμ
巫女舞 みこまい

ουσιαστικό

  1. 01 τελετουργικός χορός ιέρειας (στο καγκούρα)
巫祝 ふしゅく

ουσιαστικό

  1. 01 ιέρεια ναού, αρχαίος ιερέας
巫者 ふしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παρθένος αφιερωμένη σε θεότητα, ιέρεια ναού, μέντιουμ
巫俗 ふぞく

ουσιαστικό

  1. 01 κορεατικός σαμανισμός
巫女寄せ みこよせ

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματισμός, νεκρομαντεία, μαγεία
巫山雲雨 ふざんうんう

ουσιαστικό

  1. 01 ερωτική συνεύρεση
巫女秋沙 ミコアイサ

ουσιαστικό

  1. 01 μικροπρίστης (Mergellus albellus)
  1. 01 μάγος
  2. 02 πνευματιστής
  3. 03 ιέρεια