24 αποτελέσματα για «席»
席 せき N4
ουσιαστικό
- 01 θέση, κάθισμα
- 02 θέση, μέρος, τοποθεσία (συνάντησης, εκδήλωσης κ.λπ.)
- 03 θέση, πόστο
席を立つ せきをたつ
άλλο, ρήμα
- 01 σηκώνομαι από τη θέση μου
席に着く せきにつく
άλλο, ρήμα
- 01 κάθομαι σε θέση
席を外す せきをはずす
άλλο, ρήμα
- 01 σηκώνομαι από τη θέση μου, αποχωρώ προσωρινά (από συνάντηση κ.λπ.), βγαίνω έξω, απουσιάζω (από το γραφείο μου κ.λπ.)
席巻 せっけん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σαρωτικός (πέρα από, κατά μήκος), κατακτητικός, συντριπτικός
席替え せきがえ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αλλαγή θέσεων, μετακίνηση σε νέα καθίσματα, μετακίνηση σε νέα θρανία
席上 せきじょう
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, στην εκδήλωση
席を譲る せきをゆずる
άλλο, ρήμα
- 01 παραχωρώ τη θέση μου σε κάποιον, προσφέρω τη θέση μου
席順 せきじゅん
ουσιαστικό
- 01 σειρά καθισμάτων
席次 せきじ
ουσιαστικό
- 01 σειρά καθισμάτων, προτεραιότητα
- 02 κατάταξη, βαθμός, θέση
席外 せきがい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απομάκρυνση από τη θέση
席を蹴る せきをける
άλλο, ρήμα
- 01 αποχωρώ θυμωμένα (από μια αίθουσα κ.λπ.), φεύγω οργισμένα
席取り せきとり
ουσιαστικό
- 01 κράτηση θέσης (π.χ. αφήνοντας κάποιο αντικείμενο πάνω της), δέσμευση θέσης (για κάποιον φίλο κ.λπ.), κράτηση μέρους
席亭 せきてい
ουσιαστικό
- 01 χώρος ψυχαγωγίας (για ρακούγκο, μανζάι, ταχυδακτυλουργικά, μουσική κ.λπ.), θέατρο βαριετέ, μουσική σκηνή
- 02 διευθυντής θεάτρου βαριετέ, ιδιοκτήτης μουσικής σκηνής
席料 せきりょう
ουσιαστικό
- 01 χρέωση εισόδου, αντίτιμο εισόδου, ενοίκιο χώρου
席を取っておく せきをとっておく
άλλο, ρήμα
- 01 κρατώ θέση, κλείνω θέση
席次表 せきじひょう
ουσιαστικό
- 01 πλάνο καθισμάτων (π.χ. σε δεξίωση), διάταξη θέσεων
席入り せきいり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 είσοδος σε αίθουσα τελετής τσαγιού
席画 せきが
ουσιαστικό
- 01 αυτοσχέδιο σχέδιο που δημιουργείται κατά τη διάρκεια μιας κοινωνικής συγκέντρωσης
席割り せきわり
ουσιαστικό
- 01 κατανομή θέσεων
- 02 αμοιβή καλλιτέχνη (σε αίθουσα βοντβίλ), κασέ εμφάνισης