24 αποτελέσματα για «帳»

ちょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο, μητρώο
帳簿 ちょうぼ

ουσιαστικό

  1. 01 λογιστικό βιβλίο, μητρώο, καθολικό
帳消し ちょうけし

ουσιαστικό

  1. 01 διαγραφή χρέους, ακύρωση, συμψηφισμός λογαριασμών
  2. 02 αλληλοεξουδετέρωση κερδών ή ζημιών, εξισορρόπηση, αντιστάθμιση, αναπλήρωση, συμψηφισμός, αναίρεση, εξάλειψη
とばり

ουσιαστικό

  1. 01 παραπετασμα, κουρτινα
  2. 02 πεπλο (σκοταδιου, μυστηριου, κ.λπ.), καλυμμα
帳面 ちょうめん

ουσιαστικό

  1. 01 τετράδιο, λογιστικό βιβλίο, μητρώο
帳場 ちょうば

ουσιαστικό

  1. 01 ρεσεψιόν, υποδοχή (ξενοδοχείου)
帳尻 ちょうじり

ουσιαστικό

  1. 01 τελικό υπόλοιπο ισολογισμού, λογιστικό κλείσιμο
  2. 02 συνέπεια, συνοχή
帳尻を合わせる ちょうじりをあわせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ισοσκελίζω τους λογαριασμούς
  2. 02 εναρμονίζω, καθιστώ συνεκτικό
帳場格子 ちょうばごうし

ουσιαστικό

  1. 01 κοντό πτυσσόμενο κάγκελο δύο ή τριών τμημάτων γύρω από το γκισέ ενός καταστήματος
帳合 ちょうあい

ουσιαστικό

  1. 01 τήρηση λογαριασμών, εξισορρόπηση λογαριασμών
帳台 ちょうだい

ουσιαστικό

  1. 01 παραπέτασμα με υπερυψωμένο χώρο ύπνου σε κατοικίες ρυθμού σίντεν (χρησιμοποιούνταν από άτομα υψηλής κοινωνικής θέσης)
帳付け ちょうつけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τήρηση βιβλίων, λογιστής
帳票 ちょうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομικά αρχεία (λογιστικά βιβλία, καθολικά, παραστατικά, έντυπα κ.λπ.)
帳場の者 ちょうばのもの

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος υποδοχής
帳簿に付ける ちょうぼにつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταχωρίζω σε λογιστικό βιβλίο
帳幕 ちょうばく

ουσιαστικό

  1. 01 κουρτίνα, παραπέτασμα, διακοσμητικό ύφασμα
  2. 02 χώρος όπου κρέμεται κουρτίνα
帳元 ちょうもと

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής, υπεύθυνος διαχείρισης (επιχείρησης)
帳面面 ちょうめんづら

ουσιαστικό

  1. 01 λογιστικά βιβλία, λογαριασμοί
帳表 ちょうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση λογιστικού βιβλίου, αναφορά λογαριασμών
帳台構え ちょうだいがまえ

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικό θύρωμα (στην υπερυψωμένη περιοχή μιας αίθουσας υποδοχής ιαπωνικού τύπου σόιν)