63 αποτελέσματα για «干»

干渉 かんしょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρέμβαση, ανάμιξη
干す ほす N2

ρήμα

  1. 01 αερίζω, στεγνώνω, ξηραίνω
  2. 02 στραγγίζω, αποστραγγίζω
  3. 03 πίνω όλο, αδειάζω
  4. 04 στερώ ρόλο, απομακρύνω από θέση, θέτω στο περιθώριο
干からびる ひからびる

ρήμα

  1. 01 ξεραίνομαι, αφυδατώνομαι, στεγνώνω εντελώς
  2. 02 μαραίνομαι (για ταλέντα, συναισθήματα κ.λπ.), στερεύω (π.χ. από ιδέες)
干し肉 ほしにく

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένο κρέας, παστό κρέας
干物 ひもの

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένο ψάρι (ή οστρακοειδή κλπ.)
干る ひる

ρήμα

  1. 01 στεγνώνω, ξηραίνομαι
  2. 02 υποχωρώ (για την παλίρροια), αποσύρομαι
干上がる ひあがる

ρήμα

  1. 01 ξεραίνομαι, στεγνώνω, υποχωρώ (για υδάτινο όγκο)
干し ほし

ουσιαστικό

  1. 01 ξήρανση, αποξήρανση
  2. 02 αποξηραμένος
干し草 ほしくさ

ουσιαστικό

  1. 01 ξηρό χόρτο, σανός
干支 えと

ουσιαστικό

  1. 01 εξηκονταετής κύκλος, ο κύκλος 60 όρων που συνδυάζει τα 12 ζώδια με τα 5 στοιχεία στο παραδοσιακό κινεζικό ημερολόγιο, που χρησιμοποιείται σήμερα στην Ιαπωνία για τα έτη και ιστορικά για τις ημέρες
  2. 02 κινεζικός ζωδιακός κύκλος 12 ετών
干し柿 ほしがき

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένα λωτά
干潮 かんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή παλίρροια, άμπωτη, ρηχία
干し芋 ほしいも

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένες φέτες γλυκοπατάτας στον ατμό
干し魚 ほしうお

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένο ψάρι, παστό ψάρι
干菓子 ひがし

ουσιαστικό

  1. 01 ξηρό ιαπωνικό γλυκό, ξηρά ιαπωνικά γλυκίσματα
干潟 ひがた

ουσιαστικό

  1. 01 παλίρροιακή πεδιάδα, αμμολάσπη
干戈 かんか

ουσιαστικό

  1. 01 όπλα, εξοπλισμός (ασπίδα και δόρυ)
  2. 02 μάχη, πόλεμος
干拓 かんたく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποξήρανση εδάφους (από τη θάλασσα)
干しぶどう ほしぶどう

ουσιαστικό

  1. 01 σταφίδες, κορινθιακή σταφίδα, αποξηραμένα σταφύλια
干し場 ほしば

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος αποξήρανσης, μέρος για άπλωμα