272 αποτελέσματα για «年»
年 ねん
ουσιαστικό, άλλο
- 01 έτος, χρονιά
- 02 επιθετικός προσδιορισμός για έτη (π.χ. μιας εποχής), τάξεις (π.χ. σχολείου)
- 03 περίοδος συμβολαίου μαθητευόμενου (συνήθως δέκα έτη)
年 とし N5
ουσιαστικό
- 01 έτος
- 02 ηλικία
- 03 προχωρημένη ηλικία, γήρας
年齢 ねんれい N3
ουσιαστικό
- 01 ηλικία, χρόνια
年間 ねんかん N3
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 διάρκεια ενός έτους
- 02 κατά την εποχή (κάποιου/κάτι)
年上 としうえ
ουσιαστικό
- 01 μεγαλύτερος
年下 としした
ουσιαστικό
- 01 νεότερος
年頃 としごろ N1
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 κατά προσέγγιση ηλικία, εμφανής ηλικία
- 02 ηλικία γάμου (ιδίως για γυναίκα), ηλικία ωριμότητας, ηλικία ενηλικίωσης
- 03 ηλικία (όταν...)
- 04 επί χρόνια, για πολύ καιρό
年寄り としより
ουσιαστικό
- 01 ηλικιωμένος, γέρος, άτομο τρίτης ηλικίας
- 02 έφορος της Ένωσης Σούμο της Ιαπωνίας, συνταξιούχος παλαιστής υψηλού βαθμού που έχει άδεια να προπονεί και λαμβάνει σύνταξη
- 03 ανώτερος πολιτικός (της διοίκησης Τοκουγκάβα)
- 04 σημαντικός τοπικός αξιωματούχος (επί της διοίκησης Τοκουγκάβα)
年後 ねんご
άλλο, ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 μετά από χρόνια
年月 としつき N3
ουσιαστικό
- 01 χρόνια και μήνες, χρόνος
年代 ねんだい N3
ουσιαστικό
- 01 εποχή, περίοδος, χρονολογία, δεκαετία
年生 ねんせい
επίθημα
- 01 μαθητής ή φοιτητής συγκεκριμένου έτους σπουδών
年ぶり ねんぶり
άλλο
- 01 μετά από διάστημα ... ετών, για πρώτη φορά μετά από ... χρόνια
年配 ねんぱい
ουσιαστικό
- 01 ηλικία, χρόνια
- 02 ηλικιωμένος, γέροντας
- 03 μεγαλύτερος, ανώτερος
年に一度 ねんにいちど
άλλο, ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 μία φορά τον χρόνο
年相応 としそうおう
ουσιαστικό
- 01 ανάλογος της ηλικίας (ειδικά για ρούχα, χτενίσματα)
年老いる としおいる
ρήμα
- 01 γερνάω
年末 ねんまつ
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 τέλος του έτους, παραμονή πρωτοχρονιάς
年々 ねんねん
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 χρόνο με το χρόνο, ετησίως, κάθε χρόνο, από χρόνο σε χρόνο
年若い としわかい
επίθετο
- 01 νέος, νεανικός