49 αποτελέσματα για «店»

みせ N5

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα, μαγαζί, επιχείρηση, εστιατόριο
店員 てんいん N4

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος καταστήματος, πωλητής, πωλήτρια
店内 てんない

ουσιαστικό

  1. 01 μέσα σε κατάστημα (εστιατόριο, καφέ κλπ.), εσωτερικό καταστήματος, εντός του χώρου (του καταστήματος)
てん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα, μαγαζί, εστιατόριο
店主 てんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 καταστηματάρχης, ιδιοκτήτης καταστήματος
店舗 てんぽ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα, εμπορικό σημείο, επιχείρηση, εστιατόριο
店長 てんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής καταστήματος
店先 みせさき

ουσιαστικό

  1. 01 βιτρίνα, πρόσοψη καταστήματος
店番 みせばん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φύλαξη καταστήματος
  2. 02 πωλητής, υπάλληλος καταστήματος
店頭 てんとう

ουσιαστικό

  1. 01 βιτρίνα, πρόσοψη καταστήματος, είσοδος καταστήματος
  2. 02 εξωχρηματιστηριακός, απευθείας συναλλαγή στο γκισέ
店を開く みせをひらく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγω επιχείρηση
店を出す みせをだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγω μαγαζί, ιδρύω κατάστημα
店名 てんめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα καταστήματος, επωνυμία μαγαζιού, όνομα εστιατορίου
店じまい みせじまい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο καταστήματος (για τη μέρα)
  2. 02 διακοπή λειτουργίας, οριστικό κλείσιμο επιχείρησης
店を構える みせをかまえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διατηρώ κατάστημα, έχω μαγαζί
店構え みせがまえ

ουσιαστικό

  1. 01 εμφάνιση καταστήματος (ειδικά πρόσοψη, επιγραφές κ.λπ.)
たな

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικία εμπόρου
  2. 02 νοικιασμένο σπίτι
  3. 03 κατάστημα, μαγαζί
店屋 みせや N2

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα, μαγαζί
店子 たなこ

ουσιαστικό

  1. 01 ενοικιαστής (ιδιαίτερα σε αντιδιαστολή με τον ιδιοκτήτη), μισθωτής
店前 たなさき

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσοψη καταστήματος, μέρος μπροστά από ένα κατάστημα