44 αποτελέσματα για «度»

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 μοίρα (γωνίας, θερμοκρασίας, κλίμακας κ.λπ.)
  2. 02 μετρητής συχνότητας γεγονότων
  3. 03 βαθμοί (γυαλιών), συνταγή γυαλιών
  4. 04 περιεκτικότητα σε αλκοόλ (ποσοστό), αλκοολικός τίτλος
  5. 05 έκταση, βαθμός, όριο
  6. 06 ψυχραιμία, αυτοκυριαρχία
たび N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 φορά, φορές (όπως «τρεις φορές», «κάθε φορά», κ.λπ.)
度胸 どきょう

ουσιαστικό

  1. 01 κουράγιο, θάρρος, γενναιότητα, τόλμη, σθένος, κότσια
度々 たびたび

επίρρημα

  1. 01 συχνά, επανειλημμένα, κατ' επανάληψη, διαρκώς, συνεχώς
度々 どど

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 συχνά, ξανά και ξανά, επανειλημμένα
度合い どあい

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός, έκταση
度重なる たびかさなる

ρήμα

  1. 01 συμβαίνω επανειλημμένα, επαναλαμβάνομαι, εμφανίζομαι κατά κόρον
度肝を抜く どぎもをぬく

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκπλήσσω, ξαφνιάζω, καταπλήσσω, αφήνω άναυδο, αφήνω εμβρόντητο, προκαλώ κατάπληξη
度量 どりょう

ουσιαστικό

  1. 01 γενναιοδωρία, μεγαλοψυχία, ανοχή
  2. 02 μήκος και χωρητικότητα, μέτρα
度が過ぎる どがすぎる

άλλο, ρήμα

  1. 01 το παρακάνω, υπερβάλλω, ξεπερνώ τα όρια
度外視 どがいし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγνοώ, δεν λαμβάνω υπόψη, παραβλέπω
度数 どすう

ουσιαστικό

  1. 01 συχνότητα, αριθμός φορών, επίπτωση
  2. 02 βαθμός (π.χ. θερμοκρασίας), περιεκτικότητα ή ισχύς (π.χ. αλκοόλ, φακών κ.λπ.)
度し難い どしがたい

επίθετο

  1. 01 ανεπίδεκτος διόρθωσης, αθεράπευτος, αδιόρθωτος, αμετανόητος
度を超える どをこえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεπερνώ το μέτρο, το παρακάνω
度を越す どをこす

άλλο, ρήμα

  1. 01 υπερβαίνω το μέτρο, το παρακάνω
度胸試し どきょうだめし

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμασία θάρρους
度を過ぎる どをすぎる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεπερνώ το μέτρο, υπερβάλλω
度を失う どをうしなう

άλλο, ρήμα

  1. 01 χάνω την ψυχραιμία μου, τα χάνω, πανικοβάλλομαι, ταράζομαι
度肝 どぎも

ουσιαστικό

  1. 01 θάρρος, ψυχικό σθένος, τόλμη, πυγμή
度外れ どはずれ

ουσιαστικό

  1. 01 ασυνήθιστος, υπερβολικός