13 αποτελέσματα για «弛»
弛緩 しかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χαλάρωση (π.χ. των μυών), ατονία
弛む たるむ N1
ρήμα
- 01 χαλαρώνω, ξεσφίγγω, κρεμάω (π.χ. χαλαρό ή γερασμένο δέρμα), υποχωρώ (οροφή)
- 02 τεμπελιάζω (π.χ. στη δουλειά, στην προσοχή), δεν δίνω σημασία, αμελώ
弛める たるめる
ρήμα
- 01 χαλαρώνω, ξεσφίγγω
弛み たるみ N1
ουσιαστικό
- 01 χαλάρωση, κρέμασμα (δέρματος, κ.λπ.)
- 02 νωθρότητα, απογοήτευση, κατάθλιψη, ανία
弛みない たゆみない
επίθετο
- 01 αδιάκοπος, ακατάπαυστος
弛緩出血 しかんしゅっけつ
ουσιαστικό
- 01 ατονική αιμορραγία
弛み たゆみ
ουσιαστικό
- 01 χαλάρωση, ανακούφιση, ατονία
弛張振動 しちょうしんどう
ουσιαστικό
- 01 χαλαρωτική ταλάντωση
弛まない たゆまない
επίθετο
- 01 ακούραστος, σταθερός, επίμονος
弛緩性麻痺 しかんせいまひ
ουσιαστικό
- 01 χαλαρή παράλυση
弛まぬ たゆまぬ
άλλο
- 01 σταθερός, αξιόπιστος, φερέγγυος
- 02 επιμελής, ακάματος, εργατικός
弛張 しちょう
ουσιαστικό
- 01 χαλαρότητα και ένταση
- 02 επιείκεια και αυστηρότητα, μεγαλυψυχία και αυστηρότητα
弛
- 01 χαλαρώνω
- 02 χαλαρώνω, ξεκουράζομαι