16 αποτελέσματα για «彩»
彩る いろどる
ρήμα
- 01 χρωματίζω, βάφω
- 02 βάφομαι
- 03 διακοσμώ, γαρνίρω, στολίζω, προσθέτω στυλ
彩り いろどり
ουσιαστικό
- 01 χρωματισμός
- 02 χρωματικός συνδυασμός, χρωματική εναρμόνιση
- 03 χρώμα, διακόσμηση, λάμψη, πινελιά, γαρνιτούρα
彩色 さいしき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χρωματισμός, βαφή, ζωγραφική
彩度 さいど
ουσιαστικό
- 01 κορεσμός, κορεσμός χρώματος (χρώμα)
彩雲 さいうん
ουσιαστικό
- 01 ιριδίζοντα σύννεφα, λαμπερά σύννεφα
彩光 さいこう
ουσιαστικό
- 01 έγχρωμο φως
彩画 さいが
ουσιαστικό
- 01 έγχρωμη εικόνα, χρωματιστός πίνακας, ζωγραφιά
彩色画 さいしきが
ουσιαστικό
- 01 έγχρωμη εικόνα, έγχρωμος πίνακας
彩管 さいかん
ουσιαστικό
- 01 πινέλο ζωγραφικής
彩なす あやなす
ρήμα
- 01 στολίζω με πολλά έντονα χρώματα, δημιουργώ ένα όμορφο ποικιλόχρωμο μοτίβο
- 02 χειρίζομαι επιδέξια
彩飾 さいしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φωτισμός (π.χ. σε χειρόγραφο)
彩飾写本 さいしょくしゃほん
ουσιαστικό
- 01 χειρόγραφο με εικονογράφηση
彩層 さいそう
ουσιαστικό
- 01 φωτόσφαιρα
彩色く さいしく
ρήμα
- 01 χρωματίζω, βάφω
彩球 さいきゅう
ουσιαστικό
- 01 χρωμοσφαιρα
彩
- 01 χρωματισμός
- 02 μπογιά
- 03 μακιγιάζ