48 αποτελέσματα για «徳»

とく

ουσιαστικό

  1. 01 αρετή
  2. 02 ευμένεια, αγαθοεργία
  3. 03 κέρδος, όφελος, πλεονέκτημα
徳利 とっくり

ουσιαστικό

  1. 01 φιάλη σάκε, ψηλή και λεπτή φιάλη με στενό στόμιο από κεραμικό, μέταλλο ή γυαλί που χρησιμοποιείται για σάκε, σόγια ή ξίδι ρυζιού
  2. 02 ζιβάγκο (πουλόβερ)
  3. 03 μη κολυμβητής, άτομο που δεν ξέρει να κολυμπά
徳川家 とくがわけ

ουσιαστικό

  1. 01 οίκος Τοκουγκάουα, οι Τοκουγκάουα
徳島 とくしま

ουσιαστικό

  1. 01 Τοκουσίμα (πόλη, νομός)
徳川幕府 とくがわばくふ

ουσιαστικό

  1. 01 Τοκουγκάουα σογκουνάτο (1603-1867), Έντο σογκουνάτο
徳島県 とくしまけん

ουσιαστικό

  1. 01 Νομός Τοκουσίμα (Σικόκου)
徳川時代 とくがわじだい

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Τοκουγκάουα (δηλαδή η περίοδος Έντο, 1603-1867)
徳の高い とくのたかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 ενάρετος, αξιοσέβαστος
徳用 とくよう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 οικονομικός, συμφέρων
  2. 02 οικονομική συσκευασία, οικογενειακή συσκευασία (ειδικά για συσκευασμένα τρόφιμα)
徳政 とくせい

ουσιαστικό

  1. 01 ευεργετική διακυβέρνηση, αναστολή χρεών
徳行 とっこう

ουσιαστικό

  1. 01 άξια πράξη ή έργα, ηθικότητα
徳義 とくぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική, ηθικότητα, ειλικρίνεια
徳性 とくせい

ουσιαστικό

  1. 01 ηθικός χαρακτήρας ή συνείδηση
徳川勢 とくがわぜい

ουσιαστικό

  1. 01 δυνάμεις των Τοκουγκάουα
徳望 とくぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική επιρροή
徳操 とくそう

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρή και ακλόνητη αίσθηση ηθικής, υψηλός ηθικός χαρακτήρας, αγνότητα, αρετή
徳目 とくもく

ουσιαστικό

  1. 01 αρετές, ηθικές αξίες
徳治 とくじ

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Τοκούτζι (14 Δεκεμβρίου 1306 - 9 Οκτωβρίου 1308)
徳治 とくち

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική διακυβέρνηση, διακυβέρνηση που βασίζεται στις χρηστές αρχές
徳育 とくいく

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική αγωγή