28 αποτελέσματα για «徴»

徴収 ちょうしゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 είσπραξη (τελών, φόρων κ.λπ.), επιβολή
徴兵 ちょうへい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρατολογία, επιστράτευση, υποχρεωτική κατάταξη
徴税 ちょうぜい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φοροεισπραξη, φορολογια
ちょう

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι, ένδειξη, σύμπτωμα
  2. 02 κλήση, κάλεσμα
  3. 03 επίταξη, απαλλοτρίωση
徴発 ちょうはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίταξη, κατάσχεση
  2. 02 στράτευση
徴用 ちょうよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστράτευση, επίταξη, αναγκαστική εργασία, δέσμευση, απαλλοτρίωση
しるし

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι, ένδειξη, οιωνός
徴集 ちょうしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιβολή, επίταξη, υποχρεωτική κατάταξη, στρατολόγηση, επιστράτευση
徴募 ちょうぼ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρατολόγηση
  2. 02 στρατολόγηση, πρόσληψη
徴する ちょうする

ρήμα

  1. 01 συλλέγω
  2. 02 ζητώ, επιδιώκω
  3. 03 αναζητώ αποδείξεις, ελέγχω, συγκρίνω
  4. 04 καλώ, μετακαλώ
徴兵制 ちょうへいせい

ουσιαστικό

  1. 01 στρατολογία
徴兵検査 ちょうへいけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 ιατρική εξέταση (που διενεργείται κατά την κατάταξη στο στράτευμα)
徴兵制度 ちょうへいせいど

ουσιαστικό

  1. 01 στρατολογία, σύστημα υποχρεωτικής στράτευσης
徴兵令 ちょうへいれい

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί στρατολογίας, διάταγμα επιστράτευσης, επιστράτευση
  2. 02 Διάταγμα Στρατολογίας (1873-1927)
徴税吏 ちょうぜいり

ουσιαστικό

  1. 01 εισπράκτορας φόρων
徴兵免除 ちょうへいめんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατολογική απαλλαγή, εξαίρεση από τη στρατιωτική θητεία
徴表 ちょうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 διακριτικό σημάδι
徴兵忌避 ちょうへいきひ

ουσιαστικό

  1. 01 φυγοστρατία, αποφυγή στρατιωτικής θητείας
徴用工 ちょうようこう

ουσιαστικό

  1. 01 επιστρατευμένος εργάτης, εργάτης σε εργοστάσιο βάσει υποχρεωτικής στράτευσης, αναγκαστικός εργάτης
徴発令 ちょうはつれい

ουσιαστικό

  1. 01 εντολή επίταξης