15 αποτελέσματα για «徹»

徹底的 てっていてき

επίθετο

  1. 01 λεπτομερής, εξαντλητικός, πλήρης
徹底 てってい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενδελέχεια, πληρότητα, συνέπεια
  2. 02 πλήρης επιβολή, ανεξαίρετη εφαρμογή (π.χ. μιας πολιτικής)
徹夜 てつや N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άγρυπνη παραμονή όλη τη νύχτα
徹する てっする N1

ρήμα

  1. 01 διαπερνώ, εισχωρώ
  2. 02 αφιερώνομαι, αφοσιώνομαι εξ ολοκλήρου
  3. 03 κάνω κάτι καθ' όλη τη διάρκεια (π.χ. καθ' όλη τη νύχτα)
徹夜明け てつやあけ

ουσιαστικό

  1. 01 μετά από ξενύχτι
徹頭徹尾 てっとうてつび

επίρρημα

  1. 01 διεξοδικά, ολοκληρωτικά, απόλυτα, με κάθε τρόπο, από την αρχή ως το τέλος
徹底抗戦 てっていこうせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγώνας μέχρις εσχάτων, αντίσταση μέχρι τέλους
徹甲弾 てっこうだん

ουσιαστικό

  1. 01 βλήμα διατρήσεως θωράκισης
徹宵 てっしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 όλη τη νύχτα, χωρίς ύπνο
徹マン てつマン

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παίζω μάτζονγκ όλη τη νύχτα
徹底究明 てっていきゅうめい

ουσιαστικό

  1. 01 ενδελεχής διερεύνηση, εξονυχιστική έρευνα
徹見 てっけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαυγής όραση, καθαρή θέαση, διεξοδική παρατήρηση κάθε γωνιάς
徹カラ てつカラ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καραόκε που διαρκεί όλη τη νύχτα
徹甲 てっこう

ουσιαστικό

  1. 01 τεθωρακισμένος, διατρητικός (θωράκισης)
  1. 01 διεισδύω, διαπερνώ
  2. 02 καθαρίζω, διαυγάζω
  3. 03 διατρυπώ, τρυπώ
  4. 04 πετυχαίνω τον στόχο, αγγίζω την ουσία
  5. 05 μένω ξύπνιος (όλη νύχτα)