48 αποτελέσματα για «忍»

忍び込む しのびこむ

ρήμα

  1. 01 μπαίνω κρυφά, τρυπώνω
忍者 にんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 νίντζα, πρόσωπο εκπαιδευμένο στο νιντζούτσου που απασχολούνταν για μυστικές αποστολές στη φεουδαρχική Ιαπωνία
忍ぶ しのぶ

ρήμα

  1. 01 κρύβομαι, αυτοπεριορίζομαι
  2. 02 υπομένω, ανέχομαι, καρτερρώ
しのぶ

ουσιαστικό

  1. 01 δαβαλία, είδος φτέρης (Davallia mariesii)
  2. 02 λεπίσορος ο θουνβεργιανός (είδος φτέρης)
  3. 03 χρώμα στρώσεων ενδύματος κάτω από το πανωφόρι (ανοιχτό πράσινο πάνω σε μπλε)
  4. 04 σινομπού-γουάκε (γυναικείο χτένισμα της περιόδου Έντο)
  5. 05 ένδυμα με μοτίβο φτέρης
にん

ουσιαστικό

  1. 01 αντοχή, καρτερία, υπομονή, αυτοσυγκράτηση
忍ばせる しのばせる

ρήμα

  1. 01 κρύβω, αποκρύπτω
忍び寄る しのびよる

ρήμα

  1. 01 πλησιάζω κρυφά, έρπω, παραμονεύω χωρίς να γίνομαι αντιληπτός
忍びない しのびない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν αντέχω να κάνω κάτι, δεν μπορώ να αποφασίσω να κάνω κάτι, διστάζω να κάνω κάτι
忍耐 にんたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντοχή, επιμονή, υπομονή
忍び しのび

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφή κίνηση, αθόρυβη συμπεριφορά
  2. 02 ταξίδι με απόκρυψη ταυτότητας, ινκόγκνιτο μετακίνηση
  3. 03 νιντζούτσου
  4. 04 νίντζα
  5. 05 κλοπή με διάρρηξη, διαρρήκτης
  6. 06 ανοχή, καρτερία
忍び足 しのびあし

ουσιαστικό

  1. 01 αθόρυβα βήματα, απαλά βήματα
忍び笑い しのびわらい

ουσιαστικό

  1. 01 πνιγμένο γέλιο, σιγανό γέλιο, χαχανητό
忍耐力 にんたいりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχική αντοχή, επιμονή, στωικότητα, υπομονή
忍術 にんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 νιντζούτσου, πολεμικές τεχνικές και τεχνικές απόκρυψης που χρησιμοποιούνται από τους νίντζα για κατασκοπεία, δολιοφθορά, δολοφονία κ.ά.
忍法 にんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 τέχνες των νίντζα, νινπό
忍耐強い にんたいづよい

επίθετο

  1. 01 επιμονός, υπομονετικός
忍び入る しのびいる

ρήμα

  1. 01 εισχωρώ κρυφά, τρυπώνω
忍びやか しのびやか

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αθόρυβος, κρυφός
忍者屋敷 にんじゃやしき

ουσιαστικό

  1. 01 οικία νίντζα, κατοικία νίντζα
忍びの者 しのびのもの

ουσιαστικό

  1. 01 νίντζα