11 αποτελέσματα για «忙»
忙しい いそがしい N5
επίθετο
- 01 απασχολημένος, πολυάσχολος, έντονος
- 02 ανήσυχος, βιαστικός, νευρικός
忙しない せわしない
επίθετο
- 01 ανήσυχος, νευρικός, βιαστικός
忙殺 ぼうさつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπερφορτώνω κάποιον με εργασία, καταπονώ, κατακλύζω κάποιον με υποχρεώσεις
忙しい せわしい
επίθετο
- 01 πολυάσχολος, έντονος, αγωνιώδης
- 02 ανήσυχος, βιαστικός, νευρικός
忙中 ぼうちゅう
ουσιαστικό
- 01 εν μέσω φόρτου εργασίας
忙中閑あり ぼうちゅうかんあり
άλλο
- 01 υπάρχουν στιγμές ανάπαυλας ακόμα και μέσα στον μεγαλύτερο φόρτο εργασίας
忙しげ せわしげ
επίθετο
- 01 φαινόμενος απασχολημένος, που δείχνει βιαστικός, ανήσυχος
忙殺される ぼうさつされる
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι πολύ απασχολημένος, κατακλύζομαι (από εργασία), πνίγομαι (π.χ. από καθήκοντα)
忙を厭わず ぼうをいとわず
άλλο
- 01 παρά τον φόρτο εργασίας
忙中有閑 ぼうちゅうゆうかん
ουσιαστικό
- 01 εύρεση ελεύθερου χρόνου μέσα στην πολυάσχολη καθημερινότητα, ανάπαυλα εν μέσω εργασίας
忙
- 01 απασχολημένος
- 02 απασχολημένος
- 03 ανήσυχος