忙しい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: いそがしい
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πολυάσχολος, έντονος, αγωνιώδης
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ανήσυχος, βιαστικός, νευρικός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 忙しい
- Παρόν (ευγενικό)
- 忙しいです
- Άρνηση (απλή)
- 忙しくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 忙しくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 忙しかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 忙しかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 忙しくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 忙しくなかったです
- Τε-μορφή
- 忙しくて
- Υποθετική (ば)
- 忙しければ
- Υποθετική (たら)
- 忙しかったら