62 αποτελέσματα για «怪»

怪しい あやしい N2

επίθετο

  1. 01 ύποπτος, αμφίβολος, περίεργος, σκιώδης, ύποπτης προέλευσης
  2. 02 αμφίβολος, αβέβαιος, απίθανος, ανεδαφικός
  3. 03 αναξιόπιστος, αδέξιος, ασταθής, κακός, ανεπαρκής
  4. 04 περίεργος, παράξενος, απόκοσμος, ανατριχιαστικός, τρομακτικός
  5. 05 δυσοίωνος (π.χ. για τον καιρό), απειλητικός, επικίνδυνος (π.χ. για οικονομική κατάσταση), αβέβαιος
  6. 06 ύποπτος (για πιθανή ερωτική σχέση)
  7. 07 μυστηριώδης, σαγηνευτικός, δελεαστικός, μαγευτικός
怪我 けが

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τραυματισμός, πληγή
  2. 02 λάθος, ατύχημα, ζημιά
怪物 かいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 τέρας
怪訝 けげん

επίθετο

  1. 01 μπερδεμένος, απορημένος, αμφίβολος, καχύποπτος
怪しむ あやしむ

ρήμα

  1. 01 υποψιάζομαι
かい

ουσιαστικό

  1. 01 μυστήριο, θαύμα
怪人 かいじん

ουσιαστικό

  1. 01 μυστηριώδες πρόσωπο
怪我をした けがをした

άλλο

  1. 01 τραυματισμένος, πληγωμένος
怪獣 かいじゅう N1

ουσιαστικό

  1. 01 τέρας
怪談 かいだん

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορία φαντασμάτων, διήγημα με υπερφυσικά στοιχεία
怪力 かいりき

ουσιαστικό

  1. 01 υπεράνθρωπη δύναμη
怪異 かいい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 μυστήριο, περίεργο φαινόμενο, παραδοξότητα, τερατώδες γεγονός
  2. 02 φάντασμα, τέρας, οπτασία, πνεύμα, φάσμα, ξωτικό
怪盗 かいとう

ουσιαστικό

  1. 01 μυστηριώδης κλέφτης, κλέφτης-φάντασμα
怪鳥 かいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μυστηριώδες πουλί, παράξενο πτηνό, απόκοσμο πουλί, τέρας που έχει πάρει τη μορφή πουλιού
怪奇 かいき

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παράδοξος, περίεργος, αλλόκοτος, μυστηριώδης
  2. 02 γκροτέσκος
怪奇現象 かいきげんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 φυσικό φαινόμενο, περίεργα συμβάντα, στοιχειωμένο φαινόμενο
怪談話 かいだんばなし

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορία φαντασμάτων
怪我の功名 けがのこうみょう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τυχερό λάθος, απροσδόκητη επιτυχία από σφάλμα, τύχη
怪文書 かいぶんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ύποπτο έγγραφο, ανώνυμο κείμενο που περιέχει δυσφημιστικούς ισχυρισμούς
怪事件 かいじけん

ουσιαστικό

  1. 01 μυστηριώδης υπόθεση