7 αποτελέσματα για «怯»

怯える おびえる N1

ρήμα

  1. 01 φοβάμαι, τρομάζω
怯む ひるむ

ρήμα

  1. 01 διστάζω, οπισθοχωρώ (από), υποχωρώ (από), τρομάζω (από), εκφοβίζομαι, πτοούμαι, αποθαρρύνομαι, διστάζω
怯え おびえ

ουσιαστικό

  1. 01 τρόμος, ξαφνιάσματος ή φόβος, πανικός, ανησυχία
怯懦 きょうだ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 δειλός, αναποφάσιστος, άτολμος, κακόψυχος
怯弱 きょうじゃく

ουσιαστικό

  1. 01 δειλός
怯夫 きょうふ

ουσιαστικό

  1. 01 δειλός, φοβιτσιάρης
  1. 01 δειλία
  2. 02 συσπώμαι, τινάζομαι
  3. 03 αναπηδώ, τινάζομαι, ανατριχιάζω
  4. 04 διστάζω
  5. 05 διστάζω, ταλαντεύομαι