4 αποτελέσματα για «恍»

恍惚 こうこつ

ουσιαστικό, επίρρημα, άλλο

  1. 01 έκσταση, πνευματική έξαρση, έκσταση
  2. 02 γεροντική άνοια
恍惚状態 こうこつじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση έκστασης, κατάσταση παραφοράς, έκσταση, ονειροπόληση
  2. 02 γεροντική άνοια
恍然 こうぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 γοητευμένος και αφηρημένος από κάτι
  1. 01 ασαφής, δυσδιάκριτος
  2. 02 γεροντικός, με γεροντική άνοια
  3. 03 ανόητος, χαζός
  4. 04 αστείο, ανέκδοτο