65 αποτελέσματα για «息»
息 いき N3
ουσιαστικό
- 01 ανάσα, αναπνοή
- 02 συμφωνία, ομόνοια, αρμονία, καλή σχέση
- 03 ατμός (που βγαίνει από ζεστό φαγητό, τσάι κ.λπ.), υδρατμός
息子 むすこ N4
ουσιαστικό
- 01 γιος
- 02 πέος
息をつく いきをつく
άλλο, ρήμα
- 01 παίρνω ανάσα, ξεκουράζομαι λίγο
息を吐く いきをはく
άλλο, ρήμα
- 01 εκπνέω
息苦しい いきぐるしい
επίθετο
- 01 πνιγηρός, αποπνικτικός, ασφυκτικός
- 02 καταπιεστικός, βαρύς
息をする いきをする
άλλο, ρήμα
- 01 αναπνέω
息を呑む いきをのむ
άλλο, ρήμα
- 01 αιφνιδιάζομαι, μένω άναυδος (από έκπληξη, θαυμασμό κ.λπ.), κόβεται η ανάσα μου, καταπίνω την ανάσα μου
息子さん むすこさん
ουσιαστικό
- 01 γιος (ευγενική αναφορά)
息遣い いきづかい
ουσιαστικό
- 01 ανάσα, αναπνοή
息を整える いきをととのえる
άλλο, ρήμα
- 01 ανακτώ την ανάσα μου, παίρνω ανάσα
息抜き いきぬき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάλειμμα, χαλάρωση, ξεκούραση
- 02 εξαερισμός, οπή αερισμού
息が詰まる いきがつまる
άλλο, ρήμα
- 01 πνίγομαι, δυσκολεύομαι στην αναπνοή
息を切らす いきをきらす
άλλο, ρήμα
- 01 λαχανιάζω, παίρνει η ανάσα μου (π.χ. κατά τη διάρκεια σωματικής άσκησης), αναπνέω βαριά
息を止める いきをとめる
άλλο, ρήμα
- 01 κρατώ την αναπνοή μου
息絶える いきたえる
ρήμα
- 01 πεθαίνω, αφήνω την τελευταία μου πνοή
息も絶え絶え いきもたえだえ
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 που αναπνέει με δυσκολία, λαχανιασμένος
息を殺す いきをころす
άλλο, ρήμα
- 01 κρατώ την αναπνοή μου, ανακόπτω την αναπνοή μου
息を潜める いきをひそめる
άλλο, ρήμα
- 01 κρατώ την αναπνοή μου
息を切る いきをきる
άλλο, ρήμα
- 01 λαχανιάζω, παίρνω βαθιές ανάσες, μένω από αναπνοή
息切れ いきぎれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δύσπνοια, λαχάνιασμα, ξεφύσημα
- 02 εξάντληση δυνάμεων (της οικονομίας, ενός σχεδίου κ.λπ.), απώλεια ορμής, μείωση της αποδοτικότητας