23 αποτελέσματα για «悔»

悔しい くやしい N3

επίθετο

  1. 01 εκνευρισμένος, απογοητευμένος (λόγω αποτυχίας, ταπείνωσης ή αδικίας), ενοχλημένος, πικραμένος, θιγμένος, αναστατωμένος, εκνευριστικός, ενοχλητικός, λυπηρός
悔やむ くやむ N2

ρήμα

  1. 01 θρηνώ, πενθώ
  2. 02 μετανιώνω, λυπάμαι, μετανοώ
悔いる くいる

ρήμα

  1. 01 μετανιώνω
悔い くい

ουσιαστικό

  1. 01 μετάνοια, μεταμέλεια
悔恨 かいこん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάνοια, μεταμέλεια, συντριβή
悔い改める くいあらためる

ρήμα

  1. 01 μετανοώ, νιώθω μεταμέλεια
悔し涙 くやしなみだ

ουσιαστικό

  1. 01 δάκρυα μεταμέλειας, πικρά δάκρυα, αγανάκτηση, καημός
悔やみ くやみ

ουσιαστικό

  1. 01 συλλυπητήρια
悔悟 かいご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταμέλεια, μετάνοια
悔し紛れ くやしまぎれ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 εκδίκηση, εκνευρισμός, αγανάκτηση
悔いなし くいなし

ουσιαστικό

  1. 01 χωρίς τύψεις, χωρίς μεταμέλεια
悔し泣き くやしなき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλάμα από αγανάκτηση, δάκρυα μεταμέλειας
悔ゆ くゆ

ρήμα

  1. 01 μετανιώνω
悔やみ状 くやみじょう

ουσιαστικό

  1. 01 συλλυπητήρια επιστολή, συλλυπητήριο μήνυμα
悔しさ くやしさ

ουσιαστικό

  1. 01 πικρία, απογοήτευση, εκνευρισμός, ταπείνωση, μεταμέλεια
悔い改め くいあらため

ουσιαστικό

  1. 01 μετάνοια
悔しがる くやしがる

ρήμα

  1. 01 φαίνομαι πικραμένος (για κάτι), δείχνω εκνευρισμένος, αισθάνομαι δυσαρεστημένος, δείχνω να μετανιώνω
悔しん坊 くやしんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 κακεντρεχής άνθρωπος
悔悛の秘跡 かいしゅんのひせき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μυστήριο της μετάνοιας και της καταλλαγής
悔心 かいしん

ουσιαστικό

  1. 01 μετάνοια