10 αποτελέσματα για «悟»

悟る さとる N1

ρήμα

  1. 01 αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι, παρατηρώ, διακρίνω, συνειδητοποιώ
  2. 02 καταλαβαίνω, κατανοώ, συνειδητοποιώ
  3. 03 φτάνω στη φώτιση, διαφωτίζομαι
悟り さとり

ουσιαστικό

  1. 01 κατανόηση, αντίληψη
  2. 02 φώτιση, πνευματική αφύπνιση, σατόρι
悟りを開く さとりをひらく

άλλο, ρήμα

  1. 01 φτάνω στη φώτιση, αποκτώ φώτιση
悟性 ごせい

ουσιαστικό

  1. 01 σοφία, αντίληψη
悟道 ごどう

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματική φώτιση (το μονοπάτι της), κατάκτηση της υπέρτατης σοφίας, ύδωρ ζωής, φιλοσοφία
悟入 ごにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμβάθυνση στη φώτιση
悟達 ごたつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίτευξη φώτισης
悟りが早い さとりがはやい

άλλο, επίθετο

  1. 01 γρήγορος στην αντίληψη
悟了 ごりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήρης κατανόηση, βαθιά αντίληψη
  1. 01 φώτιση, διαφώτιση
  2. 02 αντιλαμβάνομαι
  3. 03 διακρίνω
  4. 04 συνειδητοποιώ, κατανοώ
  5. 05 καταλαβαίνω, κατανοώ