8 αποτελέσματα για «悶»

悶える もだえる

ρήμα

  1. 01 σφαδάζω (από τον πόνο), υποφέρω φρικτά
  2. 02 βασανίζομαι, αγωνιώ, ταλαιπωρούμαι
悶絶 もんぜつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λιποθυμία από έντονο πόνο
悶々 もんもん

άλλο, επίρρημα, ρήμα

  1. 01 αγωνιώδης, ταραγμένος, προβληματισμένος, ανικανοποίητος
  2. 02 σεξουαλικά διεγερμένος
悶着 もんちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μπλέξιμο, καβγάς, διένεξη
もん

ουσιαστικό

  1. 01 αγωνία, οδύνη
悶死 もんし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος μέσα σε αγωνία
悶え もだえ

ουσιαστικό

  1. 01 αγωνία, οδύνη
  1. 01 βασανίζομαι
  2. 02 ανησυχώ