6 αποτελέσματα για «惹»

惹く ひく

ρήμα

  1. 01 τραβάω (π.χ. την προσοχή, τη συμπάθεια κ.λπ.), προσελκύω (π.χ. το ενδιαφέρον)
惹きつける ひきつける

ρήμα

  1. 01 γοητεύω, προσελκύω, συναρπάζω, δελεάζω
惹起 じゃっき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόκληση, αιτία, πυροδότηση
惹句 じゃっく

ουσιαστικό

  1. 01 διαφημιστικό σύνθημα, ατάκα (ειδικότερα στη διαφήμιση)
惹かれる ひかれる

ρήμα

  1. 01 γοητεύομαι από, ελκύομαι από, ενθουσιάζομαι με, έλκομαι από
  1. 01 προσελκύω
  2. 02 γοητεύω