2 αποτελέσματα για «愕»

愕然 がくぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 έκπληκτος, σοκαρισμένος, κατάπληκτος, αποσβολωμένος
  1. 01 έκπληκτος
  2. 02 τρομαγμένος