11 αποτελέσματα για «態»
態度 たいど N3
ουσιαστικό
- 01 στάση, τρόπος, συμπεριφορά, ύφος, παράστημα
- 02 στάση (απέναντι σε ένα ζήτημα κ.λπ.), θέση, άποψη
態々 わざわざ
επίρρημα
- 01 επίτηδες, ειδικά, μπαίνω στον κόπο (να κάνω κάτι), αναλαμβάνω τον κόπο (να κάνω κάτι), κάνω τον κόπο (να κάνω κάτι)
- 02 εσκεμμένα, σκόπιμα, επίτηδες
態と わざと
επίρρημα
- 01 επίτηδες, σκόπιμα, εσκεμμένα
態勢 たいせい N1
ουσιαστικό
- 01 στάση, θέση, ετοιμότητα, προετοιμασία
態度を取る たいどをとる
άλλο, ρήμα
- 01 υιοθετώ στάση, παίρνω θέση, δεσμεύομαι, λαμβάνω στάση
態 たい
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση, μορφή, εμφάνιση
- 02 φωνητική διάθεση
態度が大きい たいどがおおきい
άλλο, επίθετο
- 01 αλαζονικός, αυθάδης, υπεροπτικός, καυχησιάρης
態とらしい わざとらしい
επίθετο
- 01 φυσικός, προσποιητός, στημένος, εξαναγκασμένος
態様 たいよう
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση, συνθήκη, θέση, όροι
態度物腰 たいどものごし
ουσιαστικό
- 01 στάση και συμπεριφορά
態
- 01 στάση, συμπεριφορά
- 02 κατάσταση, συνθήκη
- 03 μορφή, σχήμα
- 04 εμφάνιση, όψη
- 05 φωνή (των ρημάτων)