14 αποτελέσματα για «憤»

憤怒 ふんぬ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οργή, θυμός, αγανάκτηση, μνησικακία, εξοργισμός
憤慨 ふんがい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγανάκτηση, μνησικακία
憤り いきどおり

ουσιαστικό

  1. 01 πικρία, αγανάκτηση, θυμός
憤る いきどおる

ρήμα

  1. 01 οργίζομαι, αγανακτώ, εξοργίζομαι, θυμώνω
憤然 ふんぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 οργισμένος, αγανακτισμένος, θυμωμένος, εξοργισμένος
憤懣 ふんまん

ουσιαστικό

  1. 01 καταπιεσμένος θυμός, αγανάκτηση, δυσαρέσκεια, ερεθισμός
憤激 ふんげき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μανία, ξέσπασμα οργής, αγανάκτηση
憤死 ふんし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φουνσί, θάνατος από οργή ή αγανάκτηση
憤ろしい いきどおろしい

επίθετο

  1. 01 εξοργιστικός, εκνευριστικός, αγανακτισμένος, μανιασμένος, ερεθισμένος
憤悶 ふんもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θυμός, αγανάκτηση, οργή, πίκρα, ερεθισμός
憤る むずかる

ρήμα

  1. 01 γκρινιάζω (κυρίως για μικρό παιδί), είμαι ανήσυχος, είμαι κατσούφης
憤青 ふんせい

ουσιαστικό

  1. 01 φεντσίνγκ, αριστερόστροφος κινέζος νέος (συνήθως εθνικιστής)
憤怒調節障害 ふんぬちょうせつしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 διαταραχή διαχείρισης θυμού
  1. 01 διεγείρομαι
  2. 02 δυσανασχετώ
  3. 03 αγανακτώ
  4. 04 θυμώνω