22 αποτελέσματα για «懇»

懇願 こんがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ικεσία, παράκληση, δέηση, αίτημα
懇意 こんい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 φιλία, οικειότητα, στενή σχέση
  2. 02 καλοσύνη, εύνοια
懇切丁寧 こんせつていねい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ευγενικός, προσεκτικός και εμπεριστατωμένος (όσον αφορά επεξηγήσεις, συμβουλές κ.λπ.), στοχαστικός και ευσυνείδητος
懇親会 こんしんかい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική συγκέντρωση, σύναξη, φιλική συνάντηση
懇々 こんこん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ένθερμος, ευγενικός, ειλικρινής
懇意になる こんいになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συνδέομαι, γνωρίζομαι, γίνομαι οικείος, γίνομαι φιλικός, γίνομαι φίλος
懇談会 こんだんかい

ουσιαστικό

  1. 01 ανεπίσημη συνάντηση, κοινωνική συγκέντρωση (για συζήτηση)
  2. 02 συμπόσιο, συζήτηση πάνελ, συνεδρία διαλόγου
懇切 こんせつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ευγενικός και προσεκτικός (οδηγίες, επεξηγήσεις κ.λπ.), στοχαστικός, εξυπηρετικός, διακριτικός, λεπτομερής, σχολαστικός
懇談 こんだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φιλική κουβέντα, χαλαρή συζήτηση, ανεπίσημη συνάντηση
懇望 こんもう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θερμή παράκληση, επίμονη αίτηση, έντονη ικεσία
懇親 こんしん

ουσιαστικό

  1. 01 φιλία, οικειότητα
懇請 こんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκκληση, ικεσία, αίτημα
懇ろ ねんごろ

επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ευγενικός, περιποιητικός, φιλόξενος, εγκάρδια σεβαστικός
  2. 02 στενός, οικείος
  3. 03 εξοικειώνομαι, συνάπτω ερωτική σχέση (συχνά με έμφαση στην ομοφυλοφιλική σχέση)
懇ろになる ねんごろになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συνάπτω ερωτική σχέση (π.χ. με γυναίκα), έρχομαι σε στενή γνωριμία
懇篤 こんとく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εγκάρδιος, ευγενικός, θερμός, φιλικός
懇話会 こんわかい

ουσιαστικό

  1. 01 συνάντηση για φιλική συζήτηση
懇情 こんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ευγένεια, καλοσύνη
懇書 こんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ευγενική επιστολή σας
懇命 こんめい

ουσιαστικό

  1. 01 ευγενικά λόγια
懇話 こんわ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φιλική συζήτηση, κουβέντα