24 αποτελέσματα για «懲»

懲りる こりる N1

ρήμα

  1. 01 παθαίνω και μαθαίνω, βάζω μυαλό από τα παθήματά μου
  2. 02 αποθαρρύνομαι, χορταίνω από κάτι, αηδιάζω
懲罰 ちょうばつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πειθαρχία, τιμωρία, επίπληξη
懲らしめる こらしめる

ρήμα

  1. 01 τιμωρώ, σωφρονίζω, βάζω μυαλό
懲役 ちょうえき

ουσιαστικό

  1. 01 ποινή κάθειρξης, φυλάκιση με καταναγκαστικά έργα
懲戒 ちょうかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πειθαρχία, τιμωρία, επίπληξη
懲戒免職 ちょうかいめんしょく

ουσιαστικό

  1. 01 πειθαρχική απόλυση
懲り懲り こりごり

επίθετο, ρήμα, επίρρημα

  1. 01 έχω βαρεθεί, έχω αγανακτήσει, δεν θέλω να ξαναδώ
  2. 02 βάζω μυαλό, μαθαίνω από μια κακή εμπειρία
懲戒処分 ちょうかいしょぶん

ουσιαστικό

  1. 01 πειθαρχικά μέτρα, δικαστικές κυρώσεις
懲役刑 ちょうえきけい

ουσιαστικό

  1. 01 ποινή φυλάκισης με καταναγκαστικά έργα, κάθειρξη
懲らす こらす

ρήμα

  1. 01 τιμωρώ, συνετίζω, παραδειγματίζω
懲りない奴 こりないやつ

άλλο

  1. 01 άνθρωπος (συνήθως άνδρας) που δεν βάζει μυαλό, αμετανόητος τύπος
懲らしめ こらしめ

ουσιαστικό

  1. 01 τιμωρία, παραδειγματισμός
懲戒請求 ちょうかいせいきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσημο αίτημα για λήψη πειθαρχικών μέτρων κατά δικηγόρου
懲罰委員会 ちょうばついいんかい

ουσιαστικό

  1. 01 πειθαρχικό συμβούλιο
懲治監 ちょうじかん

ουσιαστικό

  1. 01 αναμορφωτήριο
懲戒免 ちょうかいめん

ουσιαστικό

  1. 01 πειθαρχική απόλυση, πειθαρχική παύση
懲悪 ちょうあく

ουσιαστικό

  1. 01 τιμωρία του κακού
懲りない こりない

επίθετο

  1. 01 αυτός που δεν βάζει μυαλό, αμετανόητος, πεισματάρης
懲戒免官 ちょうかいめんかん

ουσιαστικό

  1. 01 πειθαρχική απόλυση, πειθαρχική παύση από τα καθήκοντα
懲罰的損害賠償 ちょうばつてきそんがいばいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 τιμωρητική αποζημίωση, παραδειγματική αποζημίωση