13 αποτελέσματα για «戻»

戻る もどる N4

ρήμα

  1. 01 επιστρέφω (π.χ. στη μέση της διαδρομής), γυρίζω πίσω
  2. 02 επιστρέφω, γυρίζω πίσω
  3. 03 ανακτώ (π.χ. κάτι χαμένο), παίρνω πίσω, μου επιστρέφεται
  4. 04 αναπηδώ, επανέρχομαι γρήγορα
戻ってくる もどってくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 έρχομαι πίσω
戻す もどす N3

ρήμα

  1. 01 βάζω πίσω, επιστρέφω, δίνω πίσω, επαναφέρω (σε προηγούμενη κατάσταση, π.χ. ξεπαγώνοντας, ανασυνθέτοντας, συμφιλιώνοντας), γυρίζω πίσω (π.χ. δείκτη ρολογιού)
  2. 02 κάνω εμετό, εμετώ
  3. 03 ανακάμπτω (για τιμή αγοράς)
戻って行く もどっていく

ρήμα

  1. 01 επιστρέφω, γυρίζω πίσω
戻り もどり

ουσιαστικό

  1. 01 επιστροφή, αντίδραση, ανάκαμψη
  2. 02 επιστροφή (από μια διαδικασία)
戻し もどし

ουσιαστικό

  1. 01 επιστροφή, επιστροφή αντικειμένου
戻り道 もどりみち

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος της επιστροφής
戻り値 もどりち

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή επιστροφής
戻入 れいにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιλογισμός χρημάτων, κεφαλαίων, προμηθειών
戻し交配 もどしこうはい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διασταύρωση επαναφοράς (διασταύρωση υβριδίου με έναν από τους γονείς του)
  2. 02 διασταύρωση επαναφοράς
戻し交雑 もどしこうざつ

ουσιαστικό

  1. 01 διασταύρωση με γονέα, αναδρομική διασταύρωση
戻り梅雨 もどりづゆ

ουσιαστικό

  1. 01 επιστροφή της περιόδου των βροχών, περίοδος βροχών που επανέρχεται μετά από μια περίοδο καλοκαιρίας
  1. 01 ανα-
  2. 02 επιστρέφω
  3. 03 επανέρχομαι
  4. 04 ξαναρχίζω
  5. 05 επαναφέρω
  6. 06 πηγαίνω πίσω