23 αποτελέσματα για «扇»

おうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πτυσσόμενη βεντάλια
扇子 せんす N2

ουσιαστικό

  1. 01 πτυσσόμενη βεντάλια
扇情的 せんじょうてき

επίθετο

  1. 01 εντυπωσιοθηρικός, εμπρηστικός, προκλητικός
  2. 02 υπαινικτικός, ακόλαστος
扇風機 せんぷうき N2

ουσιαστικό

  1. 01 ανεμιστήρας
扇ぐ あおぐ N2

ρήμα

  1. 01 ανεμίζω, κάνω αέρα
  2. 02 υποκινώ, παρακινώ
扇動 せんどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποκίνηση, στάση, αναστάτωση, συνέργεια
扇状 せんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σχήμα βεντάλιας
  2. 02 βενταλιοειδής
扇形 おうぎがた

ουσιαστικό

  1. 01 βενταλιόσχημος
  2. 02 κυκλικός τομέας
扇動者 せんどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υποκινητής
扇情 せんじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόκληση έντονων συναισθημάτων, εντυπωσιοθηρία
  2. 02 διέγερση (σεξουαλικής επιθυμίας), ερεθισμός
扇状地 せんじょうち

ουσιαστικό

  1. 01 προσχωσιγενής κώνος ή δέλτα
扇動家 せんどうか

ουσιαστικό

  1. 01 δημαγωγός, ταραχοποιός
扇子腹 せんすばら

ουσιαστικό

  1. 01 σενσουμπάρα (τελετουργική αυτοκτονία με βεντάλια), θανατική ποινή για σαμουράι κατά την οποία ο καταδικασμένος εκτελεί έναν συμβολικό ενσπλαχνισμό με βεντάλια πριν τον αποκεφαλίσουν
扇腹 おうぎばら

ουσιαστικό

  1. 01 ογκιμπάρα, τελετουργική αυτοκτονία σαμουράι κατά την οποία ο κατάδικος κάνει μια συμβολική κίνηση εκσπλαχνισμού με βεντάλια πριν αποκεφαλιστεί
扇ぎ立てる あおぎたてる

ρήμα

  1. 01 ανεμίζω συνεχώς, ξεσηκώνω, υποκινώ
扇芭蕉 おうぎばしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ογκιμπασό (Ravenala madagascariensis), δέντρο του ταξιδιώτη
扇椰子 おうぎやし

ουσιαστικό

  1. 01 φοίνικας της Παλμύρας (Borassus flabellifer), φοίνικας ντουμπ, φοίνικας τόντι
扇情小説 せんじょうしょうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 αισθησιακό μυθιστόρημα, προκλητική ιστορία
扇歯鯨 おうぎはくじら

ουσιαστικό

  1. 01 στεινεγκερόφωκαινα (Mesoplodon stejnegeri)
扇貝 おうぎがい

ουσιαστικό

  1. 01 ογκιγκάι, χτένι
  2. 02 γίγας αχιβάδα