7 αποτελέσματα για «托»
托鉢 たくはつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θρησκευτική επαιτεία, ζητιανιά για ελεημοσύνη, μοναστική επαιτεία
- 02 μετάβαση με το μπολ του μοναχού στην αίθουσα διαλογισμού την ώρα του γεύματος (σε ναό Ζεν)
托卵 たくらん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φωλεοπαρασιτισμός (η εναπόθεση αυγών στη φωλιά άλλου πτηνού, όπως συμβαίνει με τον κούκο κ.ά.)
托鉢僧 たくはつそう
ουσιαστικό
- 01 τακουάτσου-σό (επαίτης μοναχός)
托葉 たくよう
ουσιαστικό
- 01 παράφυλλο
托鉢修道会 たくはつしゅうどうかい
ουσιαστικό
- 01 τάγματα επαιτών μοναχών
托子 たくす
ουσιαστικό
- 01 πιατάκι (για φλιτζάνι τσαγιού)
托
- 01 ζητώ
- 02 αναθέτω, εμπιστεύομαι
- 03 προσποιούμαι
- 04 υπαινιγμός, υπόδειξη