7 αποτελέσματα για «扼»
扼殺 やくさつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στραγγαλισμός (με τα χέρια ή τα μπράτσα)
扼す やくす
ρήμα
- 01 διατάζω, κυριαρχώ
- 02 εμποδίζω, παρακωλύω
- 03 αρπάζω, κρατώ
扼する やくする
ρήμα
- 01 διοικώ, κυριαρχώ
- 02 εμποδίζω, παρακωλύω
- 03 σφίγγω, κρατώ
扼死 やくし
ουσιαστικό
- 01 θάνατος από στραγγαλισμό
扼痕 やくこん
ουσιαστικό
- 01 σημάδι χειροκίνητου στραγγαλισμού, σημάδι πνιγμού
扼殺痕 やくさつこん
ουσιαστικό
- 01 σημάδι χειροκίνητου στραγγαλισμού, σημάδι πνιγμού
扼
- 01 ελέγχω
- 02 κυριαρχώ
- 03 αποτρέπω
- 04 εμποδίζω