16 αποτελέσματα για «拒»
拒否 きょひ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άρνηση, απόρριψη, βέτο
拒絶 きょぜつ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άρνηση, απόρριψη
拒む こばむ
ρήμα
- 01 αρνούμαι, απορρίπτω, αρνούμαι ευγενικά
- 02 εμποδίζω (να γίνει κάτι), αρνούμαι (π.χ. την πρόσβαση), μπλοκάρω
拒否権 きょひけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα αρνησικυρίας
拒絶反応 きょぜつはんのう
ουσιαστικό
- 01 απόρριψη μοσχεύματος
- 02 έντονη αντίδραση, άρνηση
拒否反応 きょひはんのう
ουσιαστικό
- 01 έντονη αντίδραση (εναντίον), άρνηση
- 02 απόρριψη (μοσχεύματος)
拒否る きょひる
ρήμα
- 01 αρνούμαι, απορρίπτω, αποποιούμαι
拒絶感 きょぜつかん
ουσιαστικό
- 01 αίσθημα απόρριψης
拒食症 きょしょくしょう
ουσιαστικό
- 01 ανορεξία
拒食 きょしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άρνηση λήψης τροφής
拒馬 きょば
ουσιαστικό
- 01 αγκαθωτό εμπόδιο, φορητό ξύλινο πλαίσιο για την αναχαίτιση ιππικού
拒止 きょし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άρνηση
拒否者 きょひしゃ
ουσιαστικό
- 01 αρνητής, αντιρρησίας
拒否処分 きょひしょぶん
ουσιαστικό
- 01 απορριπτική απόφαση (δικαστικός όρος)
拒絶査定 きょぜつさてい
ουσιαστικό
- 01 τελική απόρριψη (π.χ. μιας αίτησης για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας)
拒
- 01 απωθώ, αποκρούω
- 02 αρνούμαι, απορρίπτω
- 03 απορρίπτω
- 04 αρνούμαι, απορρίπτω