17 αποτελέσματα για «拳»

こぶし

ουσιαστικό

  1. 01 γροθιά
拳を握る こぶしをにぎる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω γροθιά, σφίγγω τη γροθιά μου
拳銃 けんじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πιστόλι, περίστροφο
けん

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι με τα χέρια (π.χ. πέτρα-ψαλίδι-χαρτί)
拳骨 げんこつ

ουσιαστικό

  1. 01 σφιγμένη γροθιά, αρθρώσεις δακτύλων
拳を打つ けんをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίζω παιχνίδι με τα χέρια (όπως πέτρα, ψαλίδι, χαρτί)
拳法 けんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικές πολεμικές τέχνες, κουνγκ φου, γουσού, τσουανφά
  2. 02 κένπο (πολεμική τέχνη), κέμπο
拳闘 けんとう

ουσιαστικό

  1. 01 πυγμαχία
拳固 げんこ

ουσιαστικό

  1. 01 γροθιά
拳闘家 けんとうか

ουσιαστικό

  1. 01 πυγμάχος, μποξέρ
拳闘術 けんとうじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 πυγμαχία
拳万 げんまん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γκενμάν, υπόσχεση με τα μικρά δάχτυλα
拳拳 けんけん

επίρρημα

  1. 01 με σεβασμό, πιστά, σοβαρά, ευλαβικά
拳々服膺 けんけんふくよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διατηρώ κάτι βαθιά στη μνήμη μου, έχω κάτι χαραγμένο στο μυαλό μου (καρδιά)
拳闘家痴呆 けんとうかちほう

ουσιαστικό

  1. 01 άνοια των πυγμάχων, σύνδρομο του «μεθυσμένου από γροθιές»
拳闘選手 けんとうせんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 πυγμάχος, μαχητής
  1. 01 γροθιά