10 αποτελέσματα για «挑»

挑戦 ちょうせん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόκληση, αψηφισία, τόλμη, προσπάθεια, απόπειρα, δοκιμή
挑む いどむ N1

ρήμα

  1. 01 προκαλώ (σε μάχη, παιχνίδι κ.λπ.), διεκδικώ
  2. 02 αντιμετωπίζω (π.χ. ένα πρόβλημα), επιχειρώ, επιδιώκω (ένα έπαθλο, ένα ρεκόρ κ.λπ.)
  3. 03 πιέζω (κάποιον) για σεξ, κάνω προτάσεις σε
挑発 ちょうはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόκληση, υποκίνηση, διέγερση, ενθουσιασμός, κέντρισμα
挑発的 ちょうはつてき

επίθετο

  1. 01 προκλητικός, εμπρηστικός
  2. 02 υπαινικτικός, άσεμνος, τολμηρός
挑戦的 ちょうせんてき

επίθετο

  1. 01 προκλητικός, ανυπότακτος, επιθετικός
挑戦者 ちょうせんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 διεκδικητής, αμφισβητίας
挑戦状 ちょうせんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτή πρόκληση
挑戦権 ちょうせんけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα πρόκλησης, δικαίωμα υποβολής πρόκλησης
挑発行為 ちょうはつこうい

ουσιαστικό

  1. 01 προκλητική συμπεριφορά, προκλητική ενέργεια
  1. 01 προκαλώ
  2. 02 διεκδικώ
  3. 03 κάνω έρωτα σε