11 αποτελέσματα για «挫»
挫折 ざせつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναποδιά, αποτυχία (π.χ. σε σχέδια, επιχειρήσεις), ματαίωση, αποθάρρυνση
挫ける くじける
ρήμα
- 01 αποθαρρύνομαι, χάνω το κουράγιο μου, απογοητεύομαι, καταρρακώνομαι (συναισθηματικά)
- 02 παθαίνω διάστρεμμα
- 03 σπάω, θρυμματίζομαι
挫く くじく
ρήμα
- 01 διαστρέφω, τεντώνω
- 02 κάμπτω (ενθουσιασμό), αποθαρρύνω, απογοητεύω, καταβάλλω, εξασθενώ, συντρίβω
挫折感 ざせつかん
ουσιαστικό
- 01 αίσθημα απογοήτευσης, αίσθημα αποτυχίας
挫傷 ざしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάστρεμμα, ξεχείλωμα, μώλωπας, θλάση, κάταγμα
挫滅 ざめつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύνθλιψη (τραυματισμός)
挫創 ざそう
ουσιαστικό
- 01 μώλωπας, εκχύμωση
挫き くじき
ουσιαστικό
- 01 διάστρεμμα
挫骨 ざこつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάστρεμμα άρθρωσης οστού
挫滅症候群 ざめつしょうこうぐん
ουσιαστικό
- 01 σύνδρομο σύνθλιψης
挫
- 01 συνθλίβω
- 02 σπάω
- 03 στραμπουλάω
- 04 αποθαρρύνω