11 αποτελέσματα για «挽»
挽回 ばんかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάνηψη, επανάκτηση, ανάκτηση, επαναφορά, αποκατάσταση, αναζωογόνηση
挽く ひく
ρήμα
- 01 πριονίζω
- 02 αλέθω (π.χ. κόκκους καφέ), μυλωνίζω
挽歌 ばんか
ουσιαστικό
- 01 ελεγείο, επικήδειο άσμα
挽きたて ひきたて
ουσιαστικό
- 01 φρεσκοαλεσμένος (καφές, πιπέρι κ.λπ.)
挽き臼 ひきうす
ουσιαστικό
- 01 χειρόμυλος, αλεστική πέτρα
挽き茶 ひきちゃ
ουσιαστικό
- 01 πράσινο τσάι σε σκόνη (ατμισμένο και αποξηραμένο πριν αλεστεί σε πέτρινο μύλο)
挽き台 ひきだい
ουσιαστικό
- 01 καβαλέτο πριονίσματος, υποστήριγμα ξυλουργικής
挽物 ひきもの
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενο τορνευμένο, εργασία στον τόρνο
挽き割り ひきわり
ουσιαστικό
- 01 πριόνισμα κατά μήκος (ξυλεία)
挽き割る ひきわる
ρήμα
- 01 πριονίζω
挽
- 01 πριονίζω
- 02 τορνεύω
- 03 αλέθω