41 αποτελέσματα για «捕»

捕まえる つかまえる N4

ρήμα

  1. 01 πιάνω, συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω, αρπάζω, περιορίζω
  2. 02 αρπάζω, πιάνω, κρατώ σφιχτά, κρατιέμαι από
  3. 03 πιάνω κάποιον, σταματώ (π.χ. έναν άγνωστο στον δρόμο), καλώ (π.χ. ταξί, σερβιτόρο), συγκρατώ κάποιον, κρατώ
  4. 04 ορμώ προς κάποιον, στρέφομαι εναντίον κάποιου, αντιμετωπίζω (κάποιον άμεσα, στο πρόσωπο)
捕まる つかまる N3

ρήμα

  1. 01 πιέζομαι, συλλαμβάνομαι
  2. 02 κρατιέμαι, πιάνομαι (από κάτι)
  3. 03 ανακαλύπτομαι (π.χ. αποδείξεις), βρίσκω (π.χ. ταξί)
  4. 04 κρατούμαι από
捕獲 ほかく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύλληψη, κατάσχεση
捕縛 ほばく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύλληψη, καταδίωξη, αιχμαλωσία
捕虜 ほりょ N1

ουσιαστικό

  1. 01 αιχμάλωτος (πολέμου)
捕捉 ほそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύλληψη, κατάληψη, παγίδευση
  2. 02 αντίληψη, κατανόηση
捕る とる N2

ρήμα

  1. 01 πιάνω (άγριο ζώο, ψάρι, έντομο, μπάλα του μπέιζμπολ, κ.λπ.), συλλαμβάνω
捕食 ほしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θηρευτική δράση, κατανάλωση θηράματος, θήρευση
捕食者 ほしょくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 θηρευτής
捕手 ほしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 υποδοχέας, ο παίκτης του μπέιζμπολ που κάθεται πίσω από τον κτύπη (catcher)
捕り物 とりもの

ουσιαστικό

  1. 01 σύλληψη (ύποπτου, εγκληματία, κ.λπ.)
捕球 ほきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πιάσιμο μπάλας
捕れる とれる

ρήμα

  1. 01 πιάνομαι, συλλαμβάνομαι (για άγριο ζώο, ψάρι, μπάλα του μπέιζμπολ κ.λπ.)
  2. 02 μπορώ να πιάσω, μπορώ να συλλάβω
捕鯨 ほげい N1

ουσιαστικό

  1. 01 φάλαινοθηρία, κυνήγι φαλαινών
捕虜収容所 ほりょしゅうようじょ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου
捕吏 ほり

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομικός, χωροφύλακας
捕縄 ほじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σχοινί σύλληψης (χρησιμοποιείται από την αστυνομία για την ακινητοποίηση εγκληματιών)
捕方 とりかた

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομικός
  2. 02 μέθοδος σύλληψης εγκληματιών
捕虜交換 ほりょこうかん

ουσιαστικό

  1. 01 ανταλλαγή αιχμαλώτων
捕鯨船 ほげいせん

ουσιαστικό

  1. 01 φαλαινοθηρικό, πλοίο φαλαινοθηρίας