17 αποτελέσματα για «捩»

捩る ねじる N2

ρήμα

  1. 01 στρίβω, βιδώνω, διαστρέφω
  2. 02 παθαίνω διάστρεμμα
捩る もじる

ρήμα

  1. 01 παρωδώ, σατιρίζω, κάνω λογοπαίγνιο
  2. 02 στρίβω, διαστρεβλώνω
捩る よじる

ρήμα

  1. 01 στρίβω, συστρέφω, παραμορφώνω
捩じり ねじり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρέψη, εφαρμόζω ροπή
捩れ ねじれ

ουσιαστικό

  1. 01 στρίψιμο, διαστρέβλωση, τσάκισμα, στρέβλωση
  2. 02 στρέψη
捩り もじり

ουσιαστικό

  1. 01 παρωδία (ενός διάσημου έργου)
  2. 02 λογοπαίγνιο
捩じくれる ねじくれる

ρήμα

  1. 01 καμπυλώνω, στρίβω
  2. 02 γίνομαι αντιδραστικός, είμαι αντισυνεργάσιμος, είμαι αντάρτικος
捩じ開ける ねじあける

ρήμα

  1. 01 ανοίγω με το ζόρι στρίβοντας
捩じ取る ねじとる

ρήμα

  1. 01 αποσπώ με στρίψιμο, αφαιρώ με το ζόρι
捩れる よじれる

ρήμα

  1. 01 στρίβομαι, συστρέφομαι
捩れる ねじれる N1

ρήμα

  1. 01 στρίβω, στραβώνω, παραμορφώνομαι
  2. 02 στρεβλώνομαι (για πνεύμα, σχέση κ.λπ.), διαστρέφομαι, γίνομαι διεστραμμένος, γίνομαι πεισματάρης
  3. 03 περιπλέκομαι, περιπλέκομαι, γίνομαι τεταμένος
捩木 ねじき

ουσιαστικό

  1. 01 λιονία η οειδής (είδος φυτού της οικογένειας Ερεικίδες)
捩摺 もじずり

ουσιαστικό

  1. 01 είδος ορχιδέας (Σπειράνθη η σινική, Spiranthes sinensis var. amoena)
捩じ鉢巻き ねじはちまき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πετσέτα δεμένη γύρω από το κεφάλι σαν κορδέλα
捩じ倒す ねじたおす

ρήμα

  1. 01 ρίχνω κάποιον κάτω με στρίψιμο
捩花 ねじばな

ουσιαστικό

  1. 01 νεζιμπάνα, είδος ορχιδέας (Spiranthes sinensis var. amoena)
  1. 01 στρίβω
  2. 02 στρίβω
  3. 03 στραμπουλώ, στρεβλώνω
  4. 04 διαστρέφω, στρεβλώνω