3 αποτελέσματα για «捺»

捺印 なついん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποτύπωση σφραγίδας, θέσιμο σφραγίδας, σφράγιση
捺染 なっせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτύπωση (υφασμάτων)
  1. 01 πιέζω
  2. 02 τυπώνω
  3. 03 σφραγίζω
  4. 04 σφραγίζω