12 αποτελέσματα για «掲»
掲げる かかげる N1
ρήμα
- 01 αναρτώ (π.χ. ανακοίνωση, πινακίδα), κρεμώ (π.χ. πανό), υψώνω (π.χ. σημαία), ανεβάζω, επιδεικνύω
- 02 κρατώ ψηλά, υψώνω πάνω από το κεφάλι μου
- 03 διακηρύσσω (π.χ. αρχή, σχέδιο), προβάλλω (π.χ. ιδανικό, σύνθημα), υποστηρίζω
- 04 δημοσιεύω, τυπώνω, φιλοξενώ (π.χ. άρθρο)
- 05 σηκώνω (π.χ. μανίκια), αναδιπλώνω
- 06 αναζωπυρώνω (π.χ. φωτιά, φλόγα), τροφοδοτώ, φουντώνω
掲載 けいさい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δημοσίευση (π.χ. άρθρου σε εφημερίδα), καταχώριση (π.χ. ιστορίας), προβολή (π.χ. σειράς), εισαγωγή (π.χ. διαφήμισης), εκτύπωση, ανάρτηση (π.χ. στο διαδίκτυο)
掲示板 けいじばん
ουσιαστικό
- 01 πίνακας ανακοινώσεων, πίνακας ενημέρωσης
- 02 ηλεκτρονικός πίνακας ανακοινώσεων, BBS
掲示 けいじ N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ειδοποίηση, ανακοίνωση, ανάρτηση, αφίσα
掲出 けいしゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τοιχοκόλληση, ανάρτηση, δημοσιοποίηση (π.χ. μιας ανακοίνωσης)
掲揚 けいよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έπαρση (π.χ. σημαίας), ανύψωση, ύψωση
掲額 けいがく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κορνιζαρισμένο και αναρτημένο τιμητικό έγγραφο, αναμνηστική φωτογραφία
掲示を出す けいじをだす
άλλο, ρήμα
- 01 αναρτώ ανακοίνωση, δημοσιεύω γνωστοποίηση
掲題 けいだい
ουσιαστικό
- 01 θέμα (π.χ. ενός ηλεκτρονικού μηνύματος), τίτλος
掲題の件 けいだいのけん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 θέμα που αναφέρεται στον τίτλο (ενός εγγράφου), ζήτημα που αναγράφεται στη γραμμή θέματος (ενός ηλεκτρονικού μηνύματος)
掲示板システム けいじばんシステム
ουσιαστικό
- 01 σύστημα πινάκων ανακοινώσεων, σύστημα bbs
掲
- 01 αναρτώ (μια ανακοίνωση)
- 02 αναρτώ, τοποθετώ
- 03 ανυψώνω
- 04 εκθέτω, επιδεικνύω
- 05 απλώνω, κρεμάω (έξω)
- 06 εκδίδω, δημοσιεύω
- 07 περιγράφω