12 αποτελέσματα για «援»
援助 えんじょ N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βοήθεια, αρωγή, υποστήριξη
援護 えんご
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποστήριξη, βοήθεια, στήριξη
- 02 κάλυψη (από εχθρική επίθεση), προστασία
援軍 えんぐん
ουσιαστικό
- 01 ενίσχυση
援護射撃 えんごしゃげき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καλυπτικά πυρά
- 02 υποστήριξη (κάποιου σε συζήτηση, αντιπαράθεση, κ.λπ.), ενίσχυση (κάποιου)
援助交際 えんじょこうさい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έμμισθη γνωριμία (συχνά με ανήλικη κοπέλα, ενίοτε περιλαμβάνει σεξουαλικές υπηρεσίες), πληρωμένο ραντεβού
援交 えんこう
ουσιαστικό
- 01 έμμισθο ραντεβού (ειδικά με ανήλικη κοπέλα· συχνά περιλαμβάνει πώληση σεξουαλικών υπηρεσιών), ανταποδοτικό ραντεβού
援兵 えんぺい
ουσιαστικό
- 01 ενισχύσεις, επικουρικά στρατεύματα
援用 えんよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράθεση (για την υποστήριξη επιχειρήματος), αναφορά (π.χ. σε προηγούμενο δεδικασμένο), επίκληση, αξίωση
援助者 えんじょしゃ
ουσιαστικό
- 01 υποστηρικτής, βοηθός, πάροχος βοήθειας, προστάτης
援引 えんいん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραθέτω, αναφέρω
援協 えんきょう
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική οργάνωση αρωγής στη Βραζιλία (συντομογραφία της οργάνωσης Μπενεφισένσια Νίπο-Μπραζιλέιρα ντε Σάο Πάολο)
援
- 01 υποκινώ
- 02 βοηθώ
- 03 σώζω