15 αποτελέσματα για «撓»
撓 しおり
ουσιαστικό
- 01 πνευματική αλληλεπίδραση μεταξύ του ποιητή και της φύσης σε ένα χαϊκού
撓む たわむ
ρήμα
- 01 λυγίζω, στρεβλώνω
- 02 αποκαρδιώνομαι, χάνω το θάρρος μου
撓る しなる
ρήμα
- 01 κάμπτομαι, λυγίζω, υποχωρώ
- 02 είμαι εύκαμπτος (π.χ. μπαμπού, σώμα), είμαι ελαστικός, είμαι λυγερός
撓める たわめる
ρήμα
- 01 λυγίζω (ένα κομμάτι ξύλο κ.λπ.), κάμπτω
撓う しなう
ρήμα
- 01 λυγίζω, στρεβλώνω, υποχωρώ
- 02 είμαι εύκαμπτος (π.χ. μπαμπού, σώμα), είμαι ελαστικός, είμαι ευλύγιστος
撓み たわみ
ουσιαστικό
- 01 κάμψη, καμπυλότητα, παραμόρφωση
撓わ たわわ
επίθετο
- 01 φορτωμένος (για κλαδί), λυγισμένος, γερμένος, καμπυλωμένος προς τα κάτω
撓める いためる
ρήμα
- 01 κατεργάζομαι δέρμα, δέρμα καρχαρία κ.λπ. με κόλλα και το χτυπώ μέχρι να σκληρύνει
撓り しなり
ουσιαστικό
- 01 λύγισμα, στρέβλωση, ευκαμψία, ελαστικότητα
撓曲 とうきょく
ουσιαστικό
- 01 κάμψη, λύγισμα
撓やか たわやか
επίθετο
- 01 εύκαμπτος, εύπλαστος, λυγισμένος
撓める ためる
ρήμα
- 01 λυγίζω, διαμορφώνω (για παράδειγμα ένα κλαδί)
撓角法 とうかくほう
ουσιαστικό
- 01 μέθοδος κλίσης-εκτροπής
撓み角法 たわみかくほう
ουσιαστικό
- 01 μέθοδος γωνιών κάμψης
撓
- 01 λυγίζω
- 02 γυμνάζω
- 03 ευλύγιστος