16 αποτελέσματα για «撫»
撫でる なでる N2
ρήμα
- 01 χαϊδεύω, τρίβω απαλά, χτυπώ απαλά
- 02 χτενίζω, λειαίνω, ισιώνω
撫で回す なでまわす
ρήμα
- 01 χαϊδεύω (π.χ. έναν σκύλο), τρίβω, χαϊδεύω επανειλημμένα, θωπεύω, χαιδεύω τρυφερά
撫で上げる なであげる
ρήμα
- 01 χτενίζω προς τα πίσω, χαϊδεύω με φορά προς τα πάνω, λειαίνω με φορά προς τα πάνω
撫子 なでしこ
ουσιαστικό
- 01 γαρύφαλλο (οποιοδήποτε άνθος του γένους Δίανθος, ειδικά το κροσσωτό γαρύφαλλο, Δίανθος ο υπερήφανος)
- 02 αξιαγάπητο, χαριτωμένο κορίτσι
撫でさする なでさする
ρήμα
- 01 χαϊδεύω, ψηλαφώ
撫ぜる なぜる
ρήμα
- 01 χαϊδεύω απαλά, χαϊδεύω, θωπεύω
撫で撫で なでなで
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χάδι, χάιδεμα
撫で付ける なでつける
ρήμα
- 01 χτενίζω προς τα κάτω, λειαίνω
撫で下ろす なでおろす
ρήμα
- 01 καταλήγω χαϊδεύοντας προς τα κάτω, λειαίνω προς τα κάτω
撫する ぶする
ρήμα
- 01 χαϊδεύω, θωπεύω
撫育 ぶいく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φροντίδα, περιποίηση
撫で付け なでつけ
ουσιαστικό
- 01 μαλλιά που είναι χτενισμένα στρωτά προς τα κάτω
撫で付け髪 なでつけがみ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 μαλλιά χτενισμένα προς τα κάτω, λειασμένα μαλλιά
撫で牛 なでうし
ουσιαστικό
- 01 νατεούσι, άγαλμα ξαπλωμένου ταύρου (συνήθως το χαϊδεύουν για να απαλύνουν πόνους, κ.ά.)
撫子ジャパン なでしこジャパン
ουσιαστικό
- 01 εθνική ομάδα ποδοσφαίρου γυναικών της Ιαπωνίας
撫
- 01 χαϊδεύω
- 02 χαϊδεύω, χτυπάω ελαφρά
- 03 λειαίνω, ισιώνω