35 αποτελέσματα για «撮»

撮る とる N5

ρήμα

  1. 01 βγάζω (φωτογραφία)
  2. 02 καταγράφω (ήχο ή βίντεο), τραβάω (πλάνα), κινηματογραφώ, γυρίζω
撮影 さつえい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φωτογραφία (ακίνητη ή κινούμενη), φωτογράφιση, κινηματογράφηση, γύρισμα, λήψη, βιντεοσκόπηση, εγγραφή βίντεο
撮影会 さつえいかい

ουσιαστικό

  1. 01 εκδήλωση φωτογράφισης, συνεδρία φωτογράφισης, φωτογράφιση
撮影者 さつえいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογράφος, λήπτης φωτογραφιών, κινηματογραφιστής, καταγραφέας
撮り直す とりなおす

ρήμα

  1. 01 ξανατραβώ (φωτογραφία)
撮影現場 さつえいげんば

ουσιαστικό

  1. 01 στούντιο γυρισμάτων, τοποθεσία κινηματογράφησης
撮影所 さつえいじょ

ουσιαστικό

  1. 01 κινηματογραφικό στούντιο
撮影機 さつえいき

ουσιαστικό

  1. 01 κινηματογραφική μηχανή, κάμερα λήψης
撮り どり

ουσιαστικό

  1. 01 λήψεις (π.χ. φωτογραφιών), εκθέσεις
撮影禁止 さつえいきんし

άλλο

  1. 01 απαγορεύεται η φωτογράφιση, απαγορεύεται η λήψη φωτογραφιών
撮影隊 さつえいたい

ουσιαστικό

  1. 01 κινηματογραφικό συνεργείο
撮れ高 とれだか

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό αξιοποιήσιμου υλικού, αναλογία λήψεων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο τελικό μοντάζ
撮影モード さつえいモード

ουσιαστικό

  1. 01 λειτουργία λήψης (σε ψηφιακή φωτογραφική μηχανή)
撮り鉄 とりてつ

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηροδρομικός ερασιτέχνης φωτογράφος που του αρέσει να φωτογραφίζει τρένα
撮影監督 さつえいかんとく

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής φωτογραφίας, κινηματογραφιστής
撮像 さつぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λήψη φωτογραφίας, λήψη εικόνας, απεικόνιση
撮り下ろし とりおろし

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογράφιση ή κινηματογράφηση νέου υλικού (για DVD, περιοδικό κ.λπ.)
撮り溜め とりだめ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βιντεοσκόπηση και αποθήκευση υλικού
撮像管 さつぞうかん

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας λήψης εικόνας, εικονολήπτης
撮要 さつよう

ουσιαστικό

  1. 01 περίληψη, συνοπτική παρουσίαση, σύνοψη