9 αποτελέσματα για «撰»

せん

ουσιαστικό

  1. 01 ανθολογία (ποίησης κ.ά.), συλλογή, επιλογή
撰者 せんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συγγραφέας, επιμελητής, συντάκτης
撰する せんする

ρήμα

  1. 01 συγγράφω (πεζά κείμενα κ.ά.)
  2. 02 συντάσσω (μια ανθολογία)
撰文 せんぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγγραφή (επιταφίου, προλόγου κ.λπ.), σύνθεση, επιτάφιος, επιγραφή
撰修 せんしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγγραφή (βιβλίου), κατάρτιση, επιμέλεια
撰述 せんじゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγγραφή βιβλίου
撰録 せんろく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνταξη, επιμέλεια, συγγραφή
撰進 せんしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνταξη και υποβολή ποιημάτων, κειμένων κ.λπ. στον αυτοκράτορα
  1. 01 συνθέτω
  2. 02 επιμελούμαι, διορθώνω
  3. 03 συντάσσω, συγκεντρώνω
  4. 04 επιλέγω, διαλέγω